Μήνυμα 001
Ανακοίνωση της Επιτροπής - TRIS/(2026) 1822
Οδηγία (ΕE) 2015/1535
Γνωστοποίηση: 2026/0346/ES
Κοινοποίηση σχεδίου κειμένου από κράτος μέλος
Notification – Notification – Notifzierung – Нотификация – Oznámení – Notifikation – Γνωστοποίηση – Notificación – Teavitamine – Ilmoitus – Obavijest – Bejelentés – Notifica – Pranešimas – Paziņojums – Notifika – Kennisgeving – Zawiadomienie – Notificação – Notificare – Oznámenie – Obvestilo – Anmälan – Fógra a thabhairt
Does not open the delays - N'ouvre pas de délai - Kein Fristbeginn - Не се предвижда период на прекъсване - Nezahajuje prodlení - Fristerne indledes ikke - Καμμία έναρξη προθεσμίας - No abre el plazo - Viivituste perioodi ei avata - Määräaika ei ala tästä - Ne otvara razdoblje kašnjenja - Nem nyitja meg a késéseket - Non fa decorrere la mora - Atidėjimai nepradedami - Atlikšanas laikposms nesākas - Ma jiftaħx il-perijodi ta’ dewmien - Geen termijnbegin - Nie otwiera opóźnień - Não inicia o prazo - Nu deschide perioadele de stagnare - Nezačína oneskorenia - Ne uvaja zamud - Inleder ingen frist - Ní osclaíonn sé na moilleanna
MSG: 20261822.EL
1. MSG 001 IND 2026 0346 ES EL 08-07-2026 ES NOTIF
2. Spain
3A. Subdirección General de Ordenación de las Telecomunicaciones.
Secretaría General de Telecomunicaciones, Infraestructuras Digitales y Seguridad Digital.
Secretaría de Estado de Telecomunicaciones e Infraestructuras Digitales.
Ministerio para la Transformación Digital y de la Función Pública
Calle Poeta Joan Maragall 41
28020 Madrid
+34 913462750
3B. Subdirección General de Ordenación de las Telecomunicaciones.
Secretaría General de Telecomunicaciones, Infraestructuras Digitales y Seguridad Digital.
Secretaría de Estado de Telecomunicaciones e Infraestructuras Digitales.
Ministerio para la Transformación Digital y de la Función Pública
Calle Poeta Joan Maragall 41
28020 Madrid
+34 913462750
4. 2026/0346/ES - V00T - Τηλεπικοινωνίες
5. Σχέδιο βασιλικού διατάγματος σχετικά με την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ορισμένων ψηφιακών υποδομών.
6. Στόχος του είναι η ενίσχυση της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της συνέχειας των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των συναφών εγκαταστάσεων και ορισμένων ψηφιακών υποδομών στην Ισπανία.
7.
8. Το βασιλικό διάταγμα αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της συνέχειας των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των συναφών εγκαταστάσεων καθώς και ορισμένων ψηφιακών υποδομών στην Ισπανία.
Στόχος είναι να διασφαλιστεί η παροχή βασικών υπηρεσιών σε περίπτωση συμβάντων ασφαλείας, διακοπών λειτουργίας ή σημαντικής υποβάθμισης της ποιότητας των υπηρεσιών, καθώς και να ρυθμιστούν οι υποχρεώσεις αναφοράς των εν λόγω συμβάντων στις αρμόδιες αρχές.
Οι υπόχρεες οντότητες είναι οι φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών, οι φορείς εκμετάλλευσης συναφών εγκαταστάσεων και ψηφιακών υποδομών, όπως υποβρύχια καλώδια, δορυφορικά συστήματα, κέντρα επεξεργασίας δεδομένων (ΚΕΔ), δίκτυα παράδοσης περιεχομένου (ΔΠΠ) και σημεία ανταλλαγής διαδικτύου (IXP), καθώς και, από ορισμένες απόψεις, τα κέντρα κλήσεων έκτακτης ανάγκης 112 και τα συστήματα προειδοποίησης του κοινού. Αναγνωρίζεται επίσης η ουσιώδης σημασία αυτών των δικτύων και υποδομών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Έχει καταρτιστεί ένα «Εθνικό Σχέδιο Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας», το οποίο θα καθορίζει την οργάνωση της αντιμετώπισης κρίσεων και τους θεσμικούς μηχανισμούς συντονισμού. Καθορίζει επίσης την υποχρέωση των υπόχρεων οντοτήτων να καταρτίζουν «γενικό σχέδιο» για κάθε υπόχρεο μέρος και «ειδικά σχέδια» για κάθε είδος δικτύου και ειδικών υπηρεσιών. Πρέπει να περιλαμβάνουν αναλύσεις κινδύνου, τον προσδιορισμό των βασικών υποδομών, προληπτικά μέτρα, μηχανισμούς αποκατάστασης και πρωτόκολλα δράσης για διάφορα σενάρια, όπως διακοπές ρεύματος, φυσικές καταστροφές, πυρκαγιές, βλάβες πληροφορικής ή κυβερνοεπιθέσεις.
Θεσπίζονται ειδικές υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της συνέχειας των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Οι φορείς εκμετάλλευσης λαμβάνουν μέτρα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων των συμβάντων και τη διασφάλιση της λειτουργίας των βασικών υπηρεσιών, ιδίως των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να δώσουν προτεραιότητα σε ορισμένους τύπους κυκλοφορίας, όπως επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ή υπηρεσίες φωνής και SMS, τηρώντας πάντα την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Επιπλέον, καθορίζονται ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής αυτονομίας για τις βασικές υποδομές και επιβάλλεται στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας η υποχρέωση να εξασφαλίσουν σταδιακά εφεδρική τροφοδοσία τουλάχιστον τεσσάρων ωρών για το 75 % του πληθυσμού, εντός τριών ετών.
Περιλαμβάνει ένα σύστημα για την αναφορά σημαντικών συμβάντων που δεν θεωρούνται περιστατικά κυβερνοασφάλειας, τα οποία ρυθμίζονται στην οδηγία NIS2 και στην οδηγία CER. Οι φορείς εκμετάλλευσης υποχρεούνται να ενημερώνουν τη Γραμματεία του Κράτους για κάθε σημαντικό συμβάν εντός μίας ώρας από τη στιγμή που θα λάβουν γνώση αυτού και στη συνέχεια να παρέχουν τακτικές ενημερώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της διακοπής, ακολουθούμενες από τελική έκθεση μόλις αποκατασταθεί η υπηρεσία.
Θεσπίζονται ειδικά μέτρα για τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μέσω του αριθμού 112 και των δημόσιων συστημάτων προειδοποίησης. Τόσο τα κέντρα έκτακτης ανάγκης όσο και οι φορείς εκμετάλλευσης πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα εφεδρείας και διασφάλισης της επιχειρησιακής συνέχειας, να καταρτίζουν συγκεκριμένα σχέδια έκτακτης ανάγκης και να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε διακοπή των υπηρεσιών αυτών, οι οποίες χαρακτηρίζονται αυτομάτως ως σημαντικά συμβάντα.
Το βασιλικό διάταγμα καθορίζει μέτρα και μηχανισμούς συντονισμού με τους κανονισμούς για την κυβερνοασφάλεια και την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων (οδηγία NIS2 και οδηγία CER), τη σύσταση επιτροπής συντονισμού της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας και τη μελλοντική ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών για τη διαχείριση συμβάντων και την επικοινωνία. Συνολικά, αυτό συνιστά σημαντική ενίσχυση των υποχρεώσεων που αφορούν την ασφάλεια, τη συνέχεια της λειτουργίας και την εποπτεία και οι οποίες ισχύουν για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών και τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
9. Η αυξανόμενη ψηφιοποίηση της οικονομίας και των δημόσιων υπηρεσιών έχει αυξήσει σημαντικά την εξάρτηση από τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις ψηφιακές υποδομές που τα υποστηρίζουν. Η κατάσταση αυτή ανέδειξε την ύπαρξη τρωτών σημείων και κινδύνων που δεν περιορίζονται αποκλειστικά στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, αλλά επηρεάζουν επίσης τη φυσική ασφάλεια και την ικανότητα των υποδομών να αντέχουν σε ανεπιθύμητα συμβάντα και να ανακάμπτουν από αυτά. Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός θεωρεί αναγκαία την ενίσχυση της ικανότητας πρόληψης, αντίδρασης και αποκατάστασης σε περίπτωση συμβάντων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη διαθεσιμότητα, την ακεραιότητα ή τη λειτουργία δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Στην αιτιολογική έκθεση του βασιλικού διατάγματος επισημαίνονται ορισμένα πρόσφατα συμβάντα που κατέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας αυτών των υποδομών. Μεταξύ αυτών, αναφέρονται φυσικά φαινόμενα όπως η ηφαιστειακή έκρηξη στη Λα Πάλμα το 2021 και το ψυχρό σύστημα χαμηλής πίεσης που έπληξε διάφορες περιοχές της Ισπανίας το 2024, καθώς και περιστατικά μη φυσικής προέλευσης, όπως η πρόσφατη διακοπή ρεύματος σε εθνικό επίπεδο. Τα συμβάντα αυτά κατέδειξαν ότι τόσο τα ακραία φυσικά φαινόμενα όσο και οι τεχνικές βλάβες ή οι διακοπές ρεύματος μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές διαταραχές στα δίκτυα επικοινωνιών και να θέσουν σε κίνδυνο τη συνέχεια των βασικών υπηρεσιών για το κοινό και τις δημόσιες αρχές.
Επιπλέον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός μεταβάλλει εκ βάθρων την αρχιτεκτονική και τη λειτουργία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Η ενσωμάτωση τεχνολογιών όπως το διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT), η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), τα μεγάλα σύνολα δεδομένων, το υπολογιστικό νέφος και η εικονικοποίηση υπηρεσιών κατέστησε δυνατή τη βελτίωση της αποδοτικότητας, της συνδεσιμότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα αύξησε την πολυπλοκότητα των συστημάτων και δημιούργησε νέους κινδύνους για τη λειτουργία και την ασφάλεια. Ως εκ τούτου, θεωρείται σημαντικό το κανονιστικό πλαίσιο να εξελιχθεί ώστε να προβλέπει αυτούς τους κινδύνους και να εξασφαλίζει κατάλληλα επίπεδα προστασίας και ανθεκτικότητας.
Από νομική άποψη, η πρωτοβουλία βασίζεται κυρίως στο άρθρο 63 του νόμου 11/2022, του γενικού νόμου περί τηλεπικοινωνιών, σχετικά με την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επιπλέον, βασίζεται στην ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με την ασφάλεια των δικτύων 5G, και συγκεκριμένα στο βασιλικό διάταγμα-νόμο 7/2022, στο βασιλικό διάταγμα-νόμο 12/2018 σχετικά με την ασφάλεια των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών, καθώς και στο βασιλικό διάταγμα 443/2024 με το οποίο εγκρίνεται το εθνικό πλαίσιο ασφάλειας για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες 5G. Παρά τα ανωτέρω, αν και οι εν λόγω κανονισμοί έχουν οδηγήσει σε σημαντική πρόοδο, είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί ένα ειδικό πλαίσιο που να αντιμετωπίζει συνολικά ζητήματα ασφάλειας και ανθεκτικότητας όλων των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και ορισμένων ψηφιακών υποδομών.
Τέλος, το κείμενο εξηγεί ότι το νέο βασιλικό διάταγμα αποσκοπεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τη μελλοντική ισπανική νομοθεσία σχετικά με την κυβερνοασφάλεια και την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τους κανονισμούς μεταφοράς των οδηγιών NIS2 και CER θα εξακολουθήσουν να ισχύουν πλήρως για τα συμβάντα κυβερνοασφάλειας, καθώς και για τα συμβάντα που επηρεάζουν τα ψηφιακά δίκτυα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές και τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητά στο παρόν βασιλικό διάταγμα. Στόχος είναι, επομένως, να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των διαφόρων ρυθμιστικών μέσων, να αποφευχθούν οι ρυθμιστικές αλληλεπικαλύψεις και να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας που θα ενισχύει την ασφάλεια, τη συνέχεια και την ανθεκτικότητα των τηλεπικοινωνιών και των ψηφιακών υποδομών, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της ισπανικής κοινωνίας και της ισπανικής οικονομίας.
9α. Το μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου της ενίσχυσης της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της συνέχειας των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και ορισμένων ψηφιακών υποδομών.
Η εμπειρία που αποκτήθηκε τα τελευταία χρόνια έχει δείξει ότι τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών αποτελούν βασικές υποδομές για τη λειτουργία της κοινωνίας, όπως αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, καθώς και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που προκύπτουν από ακραία φυσικά φαινόμενα, διακοπές ρεύματος ή συμβάντα ασφάλειας που έχουν επηρεάσει τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών. Σε αυτό το σενάριο, η θέσπιση ενός συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου είναι σκόπιμη για την ενίσχυση της ικανότητας πρόληψης, αντιμετώπισης και αποκατάστασης από συμβάντα που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη συνέχεια των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Ο κανονισμός εφαρμόζει τις διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 63 του νόμου 11/2022, δηλαδή του γενικού νόμου περί τηλεπικοινωνιών. Επιπλέον, συμπληρώνει και προσαρμόζει το κανονιστικό πλαίσιο στις τεχνολογικές εξελίξεις και στους νέους κινδύνους που συνδέονται με την ψηφιοποίηση, την εικονικοποίηση δικτύων, τη νεφοϋπολογιστική, την τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT), η αυξανόμενη υιοθέτηση των οποίων αυξάνει την έκθεση σε ευπάθειες τόσο φυσικής όσο και ψηφιακής φύσης. Στο πλαίσιο αυτό, το βασιλικό διάταγμα αποτελεί το κατάλληλο μέσο για τον καθορισμό τομεακών υποχρεώσεων που επιτρέπουν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των τεχνικών και λειτουργικών ιδιαιτεροτήτων του τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Η καταλληλότητα του μέτρου αντικατοπτρίζεται ιδίως στην ενσωμάτωση μηχανισμών πρόληψης και σχεδιασμού που αποσκοπούν στη βελτίωση της ετοιμότητας των φορέων εκμετάλλευσης σε καταστάσεις κρίσης. Η υποχρέωση κατάρτισης «γενικών σχεδίων» και «ειδικών σχεδίων» ανά δίκτυο ή υπηρεσία, σε συνδυασμό με την κατάρτιση «εθνικού σχεδίου ασφάλειας και ανθεκτικότητας» και «εθνικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης για μη στρατιωτικούς σκοπούς», καθιστά δυνατή τη θέσπιση ειδικών διαδικασιών για τον εντοπισμό, την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση των κινδύνων.
Ομοίως, η επικαιροποίηση των διαδικασιών αναφοράς συμβάντων αποτελεί ένα κατάλληλο μέτρο για τη βελτίωση της ικανότητας παρακολούθησης και διαχείρισης κρίσεων των αρμόδιων αρχών. Η εμπειρία έχει καταδείξει την ανάγκη προσαρμογής των κριτηρίων, των προθεσμιών και του περιεχομένου των κοινοποιήσεων σε μια πιο σύνθετη τεχνολογική και επιχειρησιακή πραγματικότητα.
Επιπλέον, το μέτρο είναι κατάλληλο για την ενίσχυση της προστασίας ιδιαίτερα ευαίσθητων υπηρεσιών, όπως οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μέσω του αριθμού 112 και τα συστήματα προειδοποίησης του κοινού, επιβάλλοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνέχεια λειτουργίας, την εφεδρεία και την ενημέρωση τόσο στους φορείς εκμετάλλευσης όσο και στα κέντρα κλήσεων έκτακτης ανάγκης. Αυτό συμβάλλει στη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας αυτών των κρίσιμων υπηρεσιών, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η υποδομή επικοινωνιών έχει υποστεί σοβαρές διαταραχές.
Η θέσπιση μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων αρχών και των εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών, καθώς και η σύσταση μίας μόνιμης επιτροπής συντονισμού στην οποία θα συμμετέχουν οι διάφοροι ενδιαφερόμενοι φορείς, αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προώθηση της ανταλλαγής πληροφοριών, του θεσμικού συντονισμού και της υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών στον τομέα της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας.
Τέλος, το μέτρο συνάδει με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που απορρέει από τις οδηγίες NIS2 και CER, εξασφαλίζοντας τον κατάλληλο συντονισμό με τη μελλοντική εθνική νομοθεσία μεταφοράς των οδηγιών αυτών και αποτρέποντας κανονιστικά κενά σε έναν τομέα στρατηγικής σημασίας για την οικονομία και την εθνική ασφάλεια.
9β. Η έκδοση του βασιλικού διατάγματος ανταποκρίνεται σε μια πραγματική και αποδεδειγμένη ανάγκη ενίσχυσης της ικανότητας πρόληψης, προστασίας και αποκατάστασης των υποδομών που έχουν καταστεί απαραίτητες για τη λειτουργία της κοινωνίας, της οικονομίας και των δημόσιων υπηρεσιών.
Η αυξανόμενη ψηφιοποίηση των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και γεγονότα όπως η ηφαιστειακή έκρηξη στη Λα Πάλμα, το ψυχρό σύστημα χαμηλής πίεσης που έπληξε διάφορες περιοχές της χώρας ή η πρόσφατη διακοπή ρεύματος, έχουν καταδείξει ότι τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτίθενται σε ευρύ φάσμα κινδύνων που θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την παροχή βασικών υπηρεσιών στους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές. Τα συμβάντα αυτά ανέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των ψηφιακών υποδομών και βελτίωσης της ικανότητας αντίδρασης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και κρίσεις.
Το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο για την εφαρμογή και ισχύ του άρθρου 63 του νόμου 11/2022, του γενικού νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ορίζει την υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης να διαχειρίζονται κατάλληλα τους κινδύνους για την ασφάλεια και να διασφαλίζουν την ακεραιότητα των δικτύων και των υπηρεσιών τους. Είναι σημαντικό να καταρτιστούν κανονισμοί που θα καθορίζουν λεπτομερέστερα τις υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό, την πρόληψη, την αναφορά συμβάντων, τον θεσμικό συντονισμό και την εποπτεία που πρέπει να εκπληρώνουν οι φορείς εκμετάλλευσης και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.
Ομοίως, η ανάγκη για τον κανονισμό δικαιολογείται από τη μερική απαξίωση του κανονιστικού πλαισίου που ισχύει επί του παρόντος για την αναφορά συμβάντων. Οι υφιστάμενες διαδικασίες δεν ανταποκρίνονται πλέον επαρκώς στην πολυπλοκότητα των συμβάντων που ενδέχεται να επηρεάσουν σήμερα τα ψηφιακά δίκτυα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές. Η επικαιροποίηση των κατηγοριών συμβάντων, των διαδικασιών επικοινωνίας και των προθεσμιών υποβολής αναφορών είναι απαραίτητη, ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν επαρκείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τον συντονισμό μιας ταχείας και αποτελεσματικής αντίδρασης σε καταστάσεις κρίσης.
Είναι επίσης απαραίτητο να θεσπιστούν συγκεκριμένοι μηχανισμοί για τη διασφάλιση της συνέχειας ιδιαίτερα κρίσιμων υπηρεσιών, όπως οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μέσω του αριθμού 112 και τα συστήματα προειδοποίησης του κοινού. Η εμπειρία δείχνει ότι οποιαδήποτε διακοπή αυτών των υπηρεσιών μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες για την προστασία της ζωής, τη σωματική ακεραιότητα των ανθρώπων και τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός επιβάλλει ειδικές υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό, την εφεδρεία και τη λειτουργική συνέχεια τόσο στους φορείς εκμετάλλευσης όσο και στα τηλεφωνικά κέντρα έκτακτης ανάγκης.
Επιπλέον, το μέτρο αυτό είναι απαραίτητο για τη βελτίωση των μηχανισμών εθνικής και ευρωπαϊκής συνεργασίας, καθώς και για τη σύσταση ειδικής επιτροπής συντονισμού με σκοπό τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών, της ανταλλαγής εμπειριών και της θέσπισης κοινών διαδικασιών για την αντιμετώπιση συμβάντων τα οποία, λόγω της φύσης τους, τείνουν να επηρεάζουν ταυτόχρονα πολλούς φορείς εκμετάλλευσης και υποδομές.
Τέλος, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η συνοχή του ισπανικού νομικού συστήματος με το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που απορρέει από τις οδηγίες NIS2 και CER. Τα εν λόγω ευρωπαϊκά νομοθετικά μέσα ενισχύουν τις υποχρεώσεις όσον αφορά την ασφάλεια, τη διαχείριση κινδύνων και την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών και απαιτούν από τα κράτη μέλη να αναπτύξουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την πρόληψη, τον εντοπισμό, την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση μετά από συμβάντα.
9γ. Το προτεινόμενο μέτρο δεν επιβάλλει υπερβολική ή δυσανάλογη επιβάρυνση σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις που εισάγει ανταποκρίνονται στην ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της συνέχειας των υποδομών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της κοινωνίας, της οικονομίας και των δημόσιων υπηρεσιών.
Η αναλογικότητα του μέτρου είναι προφανής, πρώτα απ’ όλα, από το γεγονός ότι πολλές από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται αποτελούν ήδη μέρος των συνήθων πρακτικών διαχείρισης κινδύνων και διασφάλισης της επιχειρησιακής συνέχειας των τηλεπικοινωνιακών φορέων και των διαχειριστών ψηφιακής υποδομής. Οι αναλύσεις κινδύνου, τα σχέδια έκτακτης ανάγκης, τα πρωτόκολλα αποκατάστασης και οι μηχανισμοί εποπτείας αποτελούν βασικά στοιχεία της διαχείρισης των κρίσιμων υποδομών και των βασικών υπηρεσιών. Το βασιλικό διάταγμα δεν επιβάλλει τη δημιουργία εντελώς νέων δομών, αλλά συστηματοποιεί και ενοποιεί ορισμένες υποχρεώσεις, προκειμένου να διασφαλιστούν ελάχιστα πρότυπα κοινά για όλους τις υπόχρεες οντότητες.
Επιπλέον, τα προβλεπόμενα μέτρα είναι κατάλληλα για το μέγεθος των κινδύνων που προτίθενται να μετριάσουν. Εν όψει αυτών των κινδύνων, η απαίτηση να υπάρχουν σχέδια ασφάλειας και ανθεκτικότητας, μηχανισμοί δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας και διαδικασίες έγκαιρης ειδοποίησης αποτελεί μια λογική και απαραίτητη αντίδραση για την ελαχιστοποίηση των ζημιών και την επιτάχυνση της αποκατάστασης των υπηρεσιών.
Ο κανονισμός περιλαμβάνει επίσης μηχανισμούς που επιτρέπουν την προσαρμογή των υποχρεώσεων στις περιστάσεις κάθε ρυθμιζόμενης οντότητας. Τα συγκεκριμένα σχέδια θα πρέπει να καταρτίζονται λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε δικτύου, υπηρεσίας ή υποδομής, ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης να μπορούν να καθορίζουν τα καταλληλότερα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ανάλογα με τους συγκεκριμένους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Αυτή η ευελιξία αποτρέπει την επιβολή ομοιόμορφων ή άκαμπτων λύσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιττά έξοδα και ευνοεί μια προσέγγιση που βασίζεται στην αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων.
Όσον αφορά την αναφορά συμβάντων, οι υποχρεώσεις αυτές δικαιολογούνται από την ανάγκη ύπαρξης επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πληροφοριών για τον συντονισμό της αντιμετώπισης συμβάντων που ενδέχεται να επηρεάσουν μεγάλο αριθμό χρηστών, φορέων εκμετάλλευσης ή περιοχών. Επιπλέον, οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι αυτές που οι φορείς εκμετάλλευσης υποχρεούνται ήδη να συλλέγουν και να διαχειρίζονται εσωτερικά, προκειμένου να επιλύουν συμβάντα και να διασφαλίζουν τη συνέχεια των υπηρεσιών τους. Ως εκ τούτου, δεν επιβάλλουν δυσανάλογο διοικητικό φόρτο σε σχέση με τα οφέλη που επιφέρουν όσον αφορά τον συντονισμό και την ανταπόκριση.
Η έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων των κανονιστικών ρυθμίσεων καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι ο οικονομικός αντίκτυπος που προκύπτει από τον κανονισμό είναι διαχειρίσιμος και αναλογικός προς το δημόσιο συμφέρον που προστατεύει. Μολονότι το εκτιμώμενο οικονομικό κόστος για τις ρυθμιζόμενες οντότητες κυμαίνεται μεταξύ 45 εκατ. ευρώ και 90 εκατ. ευρώ, το κόστος αυτό συνδέεται κυρίως με επενδύσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών και στη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι νέες διοικητικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σε περίπου 19 276 ευρώ, ένα χαμηλό ποσό σε σύγκριση με τον όγκο δραστηριότητας και το οικονομικό μέγεθος των εν λόγω επιχειρήσεων. Επιπλέον, ο κανονισμός δεν συνεπάγεται κανένα δημοσιονομικό κόστος για τις δημόσιες αρχές ούτε έχει σημαντικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.
Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το μέτρο δεν επιβάλλει υπερβολικές επιβαρύνσεις στα μέρη που υπόκεινται σε αυτό, αλλά θεσπίζει υποχρεώσεις που είναι αναλογικές, εύλογες και αναγκαίες για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας και ανθεκτικότητας των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
10. Παραπομπές σε βασικά κείμενα:
11. Όχι
12.
13. Ναι
Στρατηγικά συμφέροντα της χώρας
Τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελούν βασικές υποδομές για την εθνική ασφάλεια, τις δημόσιες υπηρεσίες, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, την οικονομική δραστηριότητα και την εδαφική συνοχή.
14. Όχι
15. Ναι
16.
Θέματα TBT: Όχι
Θέματα SPS: Όχι
**********
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Σημείο Επαφής οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: grow-dir2015-1535-central@ec.europa.eu